Τετάρτη, Απρίλιος 04, 2012

No 805

Ήταν ένα Σάββατο του Μαρτίου 1985, όταν πρώτη ξεκίνησε τον διασυρμό του Αλέξανδρου Ιόλα, η Αγγελική Νικολούλη, η οποία εργαζόταν ως αστυνομική συντάκτης στον «Ελεύθερο Τύπο». Στο σαλόνι της εφημερίδας ο Αντώνης Νικολάου, ντυμένος με το κρινολίνο της «Μήδειας», πόζαρε αποκαλύπτοντας «ποιοι γδύνουν την Ελλάδα». Στην αρχή ανώνυμα. Κανείς δεν έδωσε σημασία. Για είκοσι μέρες είχε περάσει σχεδόν απαρατήρητο το γεγονός. Ο μόνος που ενοχλούσε τον Ιόλα ήταν ένας εκδότης, ο οποίος ζητούσε χρήματα από τον Ιόλα, για να μην τον διασύρει .Ο Ιόλας τον έστειλε στον διάβολο, ενώ ο γραμματέας του Ανδρέα Παπανδρέου, ο Αντώνης Στρατής για μια φορά ακόμη από το τηλέφωνο τον προετοίμαζε. «Φυλάξου από τον Κουρή. Είναι ό, τι πιο άτιμο υπάρχει αυτή τη στιγμή στον Τύπο. Φυλάξου.» Ο Ιόλας γέλασε και του απάντησε: «Έλα μωρέ που θα πάρουν στα σοβαρά τον Αντώνη. Ο κακόμοιρος για γέλια είναι.»
Το σπίτι μόλις είχε ήδη διαμορφωθεί σε Μουσείο. Οι παραγγελίες έφταναν η μία μετά την άλλη με έργα συγκλονιστικά. Οι επισκέπτες έμεναν άφωνοι. Και ήταν τότε, το καλοκαίρι του 1985, όταν ο Ρούντολφ Νουρέγιεφ είχε επισκεφθεί την Ελλάδα για δύο παραστάσεις στο Θέατρο Ηρώδη του Αττικού και ήρθε από νωρίς το πρωί για να συναντήσει τον Ιόλα. Την επόμενη μέρα, έδωσε ένα πάρτι προς τιμήν του, όπου παρευρέθηκε και η Μελίνα Μερκούρη, η οποία ήταν τότε Υπουργός Πολιτισμού. -«Ιόλα» του είπε η Μελίνα, μπροστά στους καλεσμένους του «Σε προσλαμβάνω για σύμβουλο, δέχεσαι;» -«Πόσα μου δίνεις;» της απαντά πονηρά ο Ιόλας. -«Σαράντα χιλιάδες!» απάντησε η Μελίνα. -«Χρυσή μου, στη Σούλα δίνω τα διπλά…» Ήταν Παρασκευή. Ο Λάζαρος αυτή τη φορά ήταν στεναχωρημένος… -«Ιόλα, η «Αυριανή» ξεκινάει πόλεμο εναντίον σου… Ίσως αύριο… Ίσως την επόμενη εβδομάδα…»

Νίκος Σταθούλης: Αλεξάνδρου Ιόλα Η ζωή μου (Οδός Πανός)

Παρασκευή, Μάρτιος 30, 2012

No 804



Κάθισα, κι εκείνος παρήγγειλε σερμπέτια και ένα μπολ με γλυκίσματα. Αυτός ο αιμοσταγής τύραννος, ο Αλή Πασάς, που είχε δολοφονήσει χιλιάδες ανθρώπους, ήταν ένας άντρας με φίνους τρόπους και μεγάλη οξύνοια. Το πρόσωπο του ήταν σημαδεμένο και γωνιώδες, το βλέμμα διαπεραστικό κι ωστόσο γλυκό, η γενειάδα μαλακή και κάτασπρη, τα χείλη μικρά σαν γυναικεία. Φορούσε χρυσοκέντητο φέσι, μαύρο γούνινο γιακά και παντόφλες από γαλάζιο επιχρυσωμένο μαροκινό.
Με περιεργάστηκε εγκρίνοντάς με. «Μου είπαν ότι είστε λόρδος», μουρμούρισε. «Δεν εξεπλάγην. Μόνον ένας λόρδος μπορεί να έχει χέρια τόσο ντελικάτα και αυτιά τόσο μικρά. Θαυμάζω πολύ τη μεγαλόπρεπη σπάθα σας και τις επίχρυσες επωμίδες σας. Με γοητεύουν επίσης τα μάτια σας και το πονηρό και αυθάδικο χαμόγελο σας. Σας παρακαλώ, θεωρήστε με πατέρα σας όσο θα μείνετε στο Τεπελένι. Θα σας περιμένω στα δώματά μου, τα μεσάνυχτα. Θα μιλή-σουμε για ποίηση ... »
Μας εσυνόδεψαν στις κάμαρές μας, που βρίσκονταν στη δυτική πτέρυγα του μεγάρου, και είπα στον Καμ: «Αναρωτιέμαι ποιες είναι οι απόψεις του πασά όσον αφορά την ποίηση». O Καμ όρθωσε το κεφάλι του και χαμογέλασε. «Είναι άνθρωπος γεμάτος φαντασία, φυσικά». «Αναμφίβολα», απάντησα. «Κι έχει, φαίνεται, απαίσια φήμη».
«Καλέ μου Μπάιρον», είπε γαλήνια ο Καμ, «είσαι απολύτως εις θέσιν να αντιμετωπίσεις την κατάσταση. Οι προθέσεις του πασά είναι πεντακάθαρες σαν κρύσταλλο. Πρέπει να προετοιμαστείς για κάποια ανατολίτικα καλοπιάσματα».
«Να πάω;» δίστασα.
«Και βέβαια να πας», με ενθάρρυνε ο Καμ. Όταν ήσουν στο Καίμπριτζ, συμπεριφερόσουν σαν άνθρωπος του Καίμπριτζ. Τώρα είσαι στην Τουρκία και πρέπει να συμπεριφερθείς σαν Τούρκος».
Κατάλαβα ότι ο Χόμπχαους, αναζητώντας «παραλειπόμενα» για τα ταξιδιωτικά του άρθρα, προσπαθούσε να με ωθήσει να δεχτώ το ραντεβού μου με τον πασά. Κι εγώ (εκτός από την αίσθηση ότι με υποχρέωνε η ευγένεια) αντιμετώπισα τη συνάντηση σαν ένα αυστηρώς επιστημονικό πείραμα, με τον σκοπό να μάθω τι είδους ικανοποίηση δοκίμαζαν μερικοί παλιοί μου φίλοι (ο Λόρδος Ίνγκολντσμπυ, επί παραδείγματι) υιοθετώντας εκείνη που εμείς αποκαλούσαμε «οθωμανική στάση».
Έφτασα στα δώματα του πασά τα μεσάνυχτα ακριβώς. Ένας λύχνος έκαιγε, το δωμάτιο ήταν διαποτισμένο από άρωμα γιασεμί, και πάνω στο τραπέζι ήταν ακουμπισμένα ένα μπρίκι με καφέ κι ένα δοχείο γεμάτο αμύγδαλα. Ο πασάς φορούσε μιαν ατλαζένια ρόμπα με δαντελωτή παρυφή, και μου ζήτησε να καθίσω σε ένα μαξιλάρι δίπλα του. Σε ένα χάλκινο κλουβί κρεμασμένο από την οροφή υπήρχε ένας παπαγάλος και, σε μια γωνία, ένας νέγρος τροφοδοτούσε με κάρβουνο ένα μαγκάλι.
Για λίγο μιλήσαμε για ποίηση. Ο πασάς μού διάβασε ορισμένους στίχους του Μπουαλώ, που τους είχε μεταφράσει στα τούρκικα από τα γαλλικά. Μη γνωρίζοντας τούρκικα, δεν ήμουν εις θέσιν να κρίνω πόσο λαμπρή ήταν η απόδοσή τους. Όμως άκουσα ευγενικά, συyκατανεύοντας με το κεφάλι. Στο τέλος ο πασάς έσκυψε μπροστά και είπε: «Αρκετά με την ποίηση. Να, πάρτε λίγον καφέ και επιτρέψτε μου να σας δώσω ένα φιλί, αγόρι μου». Τώρα που το ξανασκέφτομαι, το επεισόδιο μου φαίνεται πιο πολύ κωμικό παρά απαίσιο, αλλά θυμάμαι ότι εκείνη τη στιγμή ένιωσα μια σαφέστατη δυσφορία. Μόνο η επιθυμία να συγκεντρώσω στοιχεία για τα «παραλειπόμενα» του Καμ με έπεισε να υποκύψω στις προτάσεις του πασά. Σβήστηκε ο λύχνος κι εμείς ξαπλώσαμε σε ένα χαλί πλάι στο μαγκάλι . Ο Αλή Πασάς ήταν σαφώς έμπειρος στο είδος και οι χειρισμοί του ήταν γεμάτοι αβρότητα, αλλά όταν αργότερα ο Χόμπχαους με ρώτησε: «Λοιπόν, Μπάιρον, πόνεσε;» αναγκάστηκα να του απαντήσω: «Αν πόνεσε; Και βέβαια πόνεσε. Αναθεματισμένα!».
Δεν ξαναδοκίμασα τον πειρασμό να επαναλάβω το αλβανικό πείραμά μου. Δεν ήταν «στο στυλ μου», όπως λένε. Υπάρχει μια δόση παθητικότητας μέσα μου, αλλά προτιμά μια εκτόνωση πιο λεπτή και πιο υγιεινή. Ωστόσο, όταν σκέφτομαι το πράγμα, και συλλογίζομαι τις πιο λεπτές πτυχές του, καταλαβαίνω ότι το συμβάν δεν ήταν άνευ σημασίας. Όλοι οι άντρες είναι παράξενα ζώα. Τα ορμέμφυτά τους είναι ανεξιχνίαστα. Εν συνεχεία, στο Λονδίνο και στη Γενεύη, για να μην πω στη Βενετία και στη Ραβέννα, έτυχε να ξανασκεφτώ τη νύχτα που πέρασα με τον πασά με ανάμεικτα αισθήματα ευθυμίας και αποτροπιασμού. Μια μέρα διηγήθηκα αυτό το μικρό επεισόδιο στην Καρολάιν, που αμέσως σοβάρεψε και με περιεργάστηκε σκεφτική.
«Δεν είναι στο στυλ σου;» μουρμούρισε. «Ίσως όχι, αστεία μου αγάπη, αλλά σίγουρα η νύχτα εκείνη στην Αλβανία άφησε το σημάδι της επάνω σου».
Να είναι αλήθεια; Μπορεί. «Το σεξ είναι αίνιγμα» (όπως ισχυριζόταν η Καρολάιν) και υπάρχουν στιγμές που η σκέψη μου ξαναγυρίζει σ' εκείνο το μικρό «πείραμα» στο Τεπελένι. Ακόμα ξαναβλέπω τον νεαρό Σομαλό που μας κρυφοκοιτούσε από τη γωνιά του, και τον πασά που πασάλειβε τις σάρκες του με μιαν αλοιφή πράσινη στο χρώμα του μπιζελιού' και ξαναβλέπω τον παπαγάλο που μινύριζε στα τούρκικα - τίποτα κολακευτικό, φοβάμαι, γιατί ο πασάς εξεμάνη και πέταξε πάνω στο κλουβί μια μεγάλη μαύρη εσάρπα.

Φρέντερικ Πρόκος: Μπάυρον. Τα χειρόγραφα του Μεσολογγίου (Αστάρτη)

Τετάρτη, Μάρτιος 21, 2012

No 803


«Υπάρχουν άλλα ντοκουμέντα για την ερωτική ζωή του Βίνκελμαν;»
«Ναι», είπε με ζήλο ο Αντόνιο, «από τη γερμανική του περίοδο. Το 1742, όταν ήταν είκοσι πέντε χρονών, έγινε παιδαγωγός του συνομηλίκου του Φρήντριχ Βίλχελμ Λάμπρεχτ, τον οποίο ερωτεύτηκε από την πρώτη στιγμή και με τον οποίο έφυγαν αργότερα στο Ζέεχαουζεν, όπου συγκατοίκησαν ως το 1746. όποτε ερωτευόταν ο Βίνκελμαν, ανακαλούσε όσα είχε διαβάσει για τις μεγάλες ανδρικές φιλίες της ελληνικής ιστορίας και μυθολογίας. Τα πρότυπά του ήταν ο Πάτροκλος και ο Αχιλλέας, ο Αλέξανδρος και ο Ηφαιστίων, ο Ηρακλής και ο Ύλας. Όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Ο Μπεργκ τον εγκατέλειψε για πάντα, χωρίς να τον ευχαριστήσει ποτέ για την αφιέρωση του βιβλίου του, και αργότερα παντρεύτηκε, ενώ ο Λάμπρεχτ έφυγε για να γίνει κρατικός υπάλληλος, χωρίς να επιστρέψει ένα μεγάλο ποσό που του είχε δανείσει ο Βίνκελμαν. Την ίδια περίπου εποχή εμφανίστηκε στη ζωή του ένας άλλος νεαρός, ο Φρήντριχ φον Μπύλοβ, γιός ενός πρώην πρέσβη στη Στοκχόλμη. Όταν χώρισαν, ο Βίνκελμαν έγραψε: “Για μένα έχουν χαθεί τα πάντα: η τιμή, η χαρά, η ησυχία, η ευχαρίστηση’ και όλ’ αυτά επειδή δεν μπορώ να σε βλέπω και να απολαμβάνω (…) Τα μάτια μου δακρύζουν μόνο για σένα (….) Θα σ’ αγαπώ όσο ζω (….)”»

Αλέξανδρος Ίσαρης: Βίνκελμαν ή το Πεπρωμένο (Κίχλη)

Τετάρτη, Μάρτιος 14, 2012

No 802



Τα αγάλματα των φαύνων είναι εικόνες της ώριμης νεότητας, οι αναλογίες τους είναι τέλειες και η νεότητά τους διαφέρει από εκείνη των νεαρών ηρώων καθόσον εμφανίζουν μια ορισμένη αθωότητα και απλότητα: αυτή ήταν η κοινή παράσταση των Ελλήνων γι’ αυτές τις θεότητες. […]
Η ανώτατη ιδέα μιας ιδανικής ανδρικής νεότητας έχει βρει την έκφρασή της προπάντων στον Απόλλωνα, στον οποίο η δύναμη της ανδρικής ηλικίας συνδυάζεται με τις απαλές μορφές της πιο όμορφης άνοιξης της νεότητας.
Η ωραία νεότητα στον Απόλλωνα περνάει βαθμιαία σε άλλους θεούς ωριμότερης ηλικίας και είναι πιο ανδρική στον Ερμή και τον Άρη […] Ο Ηρακλής παριστάνεται επίσης ως ωραιότατος νέος, με χαρακτηριστικά που κάνουν τη διαφορά του φύλου σχεδόν αμφιλεγόμενη, όπως θα έπρεπε να είναι η ομορφιά ενός νέου ανθρώπου […]
Το δεύτερο είδος μιάς ιδανικής νεότητας, αντλημένο από τύπους ευτυχισμένης φύσης, βρίσκει την έκφρασή του σε έναν νεαρό Βάκχο και με αυτή τη μορφή παριστάνεται σε διάφορες ηλικίες φτάνοντας σε τέλειες διαπλάσεις διαφόρων ηλικιών. Η εικόνα του Βάκχου είναι ένα ωραίο αγόρι που φτάνει στα όρια της ζωής και της εφηβικής ηλικίας, όταν αρχίζει να διεγείρεται η ηδονή και να βλασταίνει η τρυφερή κορυφή ενός φυτού, τη στιγμή που είναι μισοβυθισμένο σε ένα γοητευτικό όνειρο μεταξύ ύπνου και ξύπνου και πάει να τακτοποιήσει μέσα του τις ονειρικές εικόνες για να ξαναβρεθεί στην πραγματικότητα> τα χαρακτηριστικά του είναι όλο γλύκα, αλλά η χαρούμενη ψυχή δεν αναφαίνεται εντελώς στο πρόσωπό του.

Johann Joachim Winckelmann: Ιστορία της Αρχαίας Τέχνης (Gutenberg)

Τετάρτη, Μάρτιος 07, 2012

No 801


Ισχυρό κέντρισμα για την άσκηση του σώματος αποτελούσαν για όλους τους Έλληνες νέους οι μεγάλοι αγώνες, και οι νόμοι όριζαν προετοιμασία δέκα μηνών για τους Ολυμπιακούς αγώνες, και μάλιστα στην Ηλίδα, τον τόπο διεξαγωγής των αγώνων. Τα πιο μεγάλα βραβεία δεν τα έπαιρναν πάντοτε αθλητές στην ανδρική ηλικία αλλά συχνά νέοι άνθρωποι, καθώς δείχνουν οι ωδές του Πινδάρου. Να εξομοιωθούν με τον θεϊκό Διαγόρα ήταν οι βαθύτερη επιθυμία των νέων. […]
Με αυτές τις ασκήσεις τα σώματα έπαιρναν την υψηλόκορμη, αρρενωπή κοψιά που οι Έλληνες καλλιτέχνες έχουν δώσει στα αγάλματα τους χωρίς απατηλά και περιττά προσθέματα. Οι νεαροί Σπαρτιάτες υποχρεώνονταν να εμφανίζονται κάθε δέκα μέρες γυμνοί μπροστά στους εφόρους, οι οποίοι όριζαν αυστηρότερη δίαιτα σε όσους άρχιζαν να παχαίνουν. Υπήρχε μάλιστα ανάμεσα στους νόμους του Πυθαγόρα ένας ο οποίος επέβαλλε την αποφυγή του περιττού σωματικού πάχους. Ίσως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο κατά τους αρχαϊκούς χρόνους επιτρεπόταν κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας στους έλληνες νέους που δήλωναν συμμετοχή σε αγώνα πάλης μόνο η γαλακτοφαγία.

Ι.Ι. Βίνκελμαν: Σκέψεις για τη μίμηση των ελληνικών έργων στη ζωγραφική και τη γλυπτική (Ίνδικτος)

Τετάρτη, Φεβρουάριος 29, 2012

No 800


Ο Βίος του Θεμιστοκλή επαναφέρει το ίδιο θέμα με μεγαλύτερη συντομία. Ο Αριστείδης και ο Θεμιστοκλής εμφανίζονται ως οι ερασταί , ο Στησίλεως ως ο ερώμενος, που χαρακτηρίζεται παις, ο οποίος μεγαλώνει και χάνει την ομορφιά του. Αυτό το επεισόδιο του ερωτικού ανταγωνισμού παρατίθεται από τον Πλούταρχο με επιφύλαξη, ως λεγόμενο του Αρίστωνα. Αυτός ο τύπος ιστορίας ανήκει προφανώς σε μια αρχαία παράδοση που ανέρχεται στον 3ο αιώνα π.Χ. Για τον Αρίστωνα, η ιστορία αυτή δίνει μια εξήγηση για τη σταθερή πολιτική αντιπαράθεση που πρόκειται να σημαδέψει τη ζωή των δύο ανδρών. Για τον Πλούταρχο, του επιτρέπει να θέσει στο ίδιο επίπεδο τον ερωτικό και τον πολιτικό ανταγωνισμό. Η διήγηση της στράτευσης στην πολιτική ζωή τόσο του Θεμιστοκλή όσο και του Αριστείδη ακολουθεί αμέσως ύστερα από το επεισόδιο αυτό. Ο Πλούταρχος και στους δύο Βίους θα επιμείνει να διαχωρίζει τους δυο άνδρες ως προς τη ζωή και τα ήθη τους. Όμως το επεισόδιο που εισάγει τον πολιτικό ανταγωνισμό τους είναι κοινό και για τους δυο: αμφότεροι. Ένα ερωτικό πάθος για ένα νέο άνδρα, μια περιπέτεια που θα την κατατάσσαμε στην ιδιωτική ζωή των προσώπων, χρησιμοποιείται για την αποτίμηση ενός καθαρά πολιτικού στοιχείου συμπεριφοράς.
[…]
Ο έρωτας μεταξύ αγοριών δεν παρουσιάζεται πάντοτε με θετικό τρόπο. Στην ιστορία του ανταγωνισμού του Θεμιστοκλή και του Αριστείδη, το πάθος για το Στησίλεω κρίνεται υπερβολικό από την στιγμή που απευθύνεται σε ένα νέο άνδρα που δεν είναι πλέον «ωραίος» και επειδή οι συνέπειες του είναι μια πραγματική στάσις μεταξύ των δυο ανδρών.

Violaine Sebillotte Cuchet, Nathalie Ernoult (επιμ.): Προβλήματα του φύλου στην αρχαία Ελλάδα (University Studio Press)

Τετάρτη, Φεβρουάριος 22, 2012

No 799


Υπήρχε και ο λεγόμενος «πλατωνικός» έρωτας, τον οποίο οι Αθηναίοι είχαν περί πολλού, αφού είχαν αποδεσμεύσει το θεό Έρωτα, από την αμιγή σεξουαλική δραστηριότητα, όπως είχαν ευφυώς διακρίνει και την Ουρανία από την Πάνδημη Αφροδίτη. Έτσι, την Ακαδημία της Αθήνας κοσμούσαν όχι μόνο το άγαλμα της Αθηνάς, ως θεάς της Σοφίας, αλλά και του Έρωτα, στον οποίο μάλιστα έκαναν και θυσίες. Ως δύναμη που συνέχει το σύμπαν, ο ουράνιος Έρωτας, ενέπνεε υψηλά ιδανικά σε εραστές και ερωμένους. Ο Ιερός Λόχος των Θηβών απαρτιζόταν από άνδρες που τους έδενε αυτή η πλατωνική επιθυμία και προτίμησαν να πέσουν στη μάχη υπερασπιζόμενοι την πατρίδα και την τιμή τους. Οι κάτοικοι της Σάμου είχαν αφιερώσει ένα γυμναστήριο στον Έρωτα και είχαν θεσπίσει μια γιορτή προς τιμή του φτερωτού θεού, την οποία ονόμασαν «Ελευθέρια», αφού θεωρούσαν ότι χρεωστούν την ελευθερία τους στους εραστές και στους ερωμένους τους που πολέμησαν για το ιδανικό της Ελευθερίας. Και οι Αθηναίοι, σύμφωνα με τον Αθήναιο, όφειλαν τη δημοκρατία τους στους τυραννοκτόνους εραστές Αρμόδιο και Αριστογείτονα, που δολοφόνησαν τον Ίππαρχο, ο οποίος είχε θίξει την αδελφή του Αρμόδιου. Και ήταν φυσικό οι Πεισιστρατίδες, αμέσως μόλις έχασαν τα προνόμια που τους έδινε η τυραννία, να προσπαθήσουν να δυσφημίσουν το θεό του έρωτα και να απαξιώσουν τις εορταστικές τελετές προς τιμή του.
Είναι, λοιπόν, σαφές και εύλογο ότι κατά τη διάρκεια των συμποσίων οι εραστές και ερωμένοι, ξαπλωμένοι ανά δύο στα ανάκλιντρα και επιβοηθούμενοι από τη βακχική μέθη και τους τολμηρούς χορούς και από την ευθυμία της βραδιάς, έβρισκαν την ευκαιρία να εκφράζουν την τρυφερότητά τους με χειρονομίες, και όχο μόνο. Αναφέρεται, μάλιστα, η περίπτωση του Σοφοκλή, που ζητούσε επίμονα να τον φιλήσει ένας οινοχόος, μέχρι που κατάφερε να του αποσπάσει με τέχνασμα το φιλί του. Ο υπερβολικός όμως έρωτας, όπως και καθετί που ξεπερνούσε το μέτρο, θεωρούνταν ντροπή και όνειδος, ανίατη αρρώστια για τον ελεύθερο Αθηναίο, που έβλεπε να εξανεμίζεται εκτός από την περιουσία του και η υπόληψή του στην κοινωνία. Η αιδημοσύνη ήταν απαραίτητη αρετή.
Η ωραιότητα των περισταμένων στα συμπόσια και των ατόμων που ήταν επιφορτισμένα με την ψυχαγωγία τους θα ήταν οπωσδήποτε μια βασική συνιστώσα της επιτυχίας της βραδυάς. Όπως εξάλλου είπε ο Ευριπίδης (Αθήναιος, «Δειπνοσοφιστών» ΙΓ’ 566 b2-3):
…και πρώτα η ωραιότητα αξίζει να κυβερνά.

Κωνσταντίνος Μπούρας: Αρχαίο φαγοπότι (Αρμονία)

Τετάρτη, Φεβρουάριος 15, 2012

Νο 798

Όταν επιστρέψαμε σπίτι, προτείναμε στην Μποργκέζε να περάσουμε λίγες ώρες της νύχτας τρώγοντας ψητά με συνοδεία κυπριώτικου κρασιού και μαλακιζόμενες. Εκείνη συμφώνησε. Κι έτσι φτάσαμε, η Κλαιρβίλ κι εγώ, την προσποίηση σε σημείο να κάνουμε τη γυναίκα εκείνη που καταδίκαζε η παλιανθρωπιά μας να χύσει εφτά με οχτώ φορές και να χύσουμε κι εμείς άλλες τόσες στην αγκαλιά της. Ύστερα την αφήσαμε να κοιμηθεί για να περάσουμε, η φίλη μου κι εγώ, την υπόλοιπη νύχτα μαζί. Χάσαμε ακόμα τρεις με τέσσερις φορές το χύμα μας η κάθε μια στη σκέψη της έξοχης ιδέας να προδώσουμε, τη μέρα που ερχότανε, όλα τα συναισθήματα φιλίας και εμπιστοσύνης. Μόνο τα μυαλά σαν τα δικά μας μπορούν να συλλάβουν τέτοιες διαστροφές, το ξέρω. Αλίμονο όμως σ’ όποιον δεν τις γνωρίζει! Στερείται θεϊκές απολαύσεις. Τολμώ μάλιστα να πω πως δεν έχει ιδέα από ηδονή. [...]
- Πάει κι αυτό, είπε τότε η Κλαιρβίλ που δεν είχε πάψει να μαλακίζεται από τη στιγμή που είχε ρίξει εκείνο το σώμα στο ηφαίστειο. Ω, γαμώ το! Αγάπη μου, ας χύσουμε τώρα κι οι δυό μας ξαπλωμένες πάνω στο στρώμα τούτου εδώ του ηφαιστείου! Διαπράξαμε μόλις ένα έγκλημα, μια από τις υπέροχες αυτές πράξεις που οι άνθρωποι επιμένουν ν’ αποκαλούν φριχτές! Ε λοιπόν! Αν ισχύει πράγματι ότι η πράξη αυτή παραβιάζει τη φύση, ότι η φύση την εκδικείται, τότε μπορεί να το κάνει, ας γίνει στη στιγμή μια έκρηξη, ας ξεχυθεί αμέσως μια λάβα κι ας μας καταπιεί...
Δεν ήμουν πλέον σε κατάσταση να της απαντήσω. Κολυμπώντας στη μέθη κι εγώ, ανταπόδωσα στο εκατονταπλάσιο στη φίλη μου ό,τι χάδι μου χάριζε. Δεν μιλούσαμε πια. Σφιγμένες δυνατά η μια στην αγκαλιά της άλλης, έτσι καθώς μαλακιζόμαστε σαν τριβάδες δίναμε σάμπως την εντύπωση πως θέλαμε ν’ ανταλλάξουμε τις ψυχές μας μέσα από τα ξέφρενα, όλο πάθος, αναστενάγματά μας. Κάποιες λέξεις ηδονής, κάποιες βλαστήμιες ήταν τα μοναδικά λόγια που μας ξέφευγαν. Προσβάλαμε την φύση, την αψηφούσαμε, δε της δίναμε την παραμικρή σημασία! Θριαμβεύοντας λοιπόν πάνω στην ατιμωρησία που μας χάριζαν η αδυναμία και η αδιαφορία της, εμείς εκμεταλλευόμασταν την επιείκειά της για να την ερεθίσουμε ακόμα πιο σοβαρά.

Μαρκήσιος ντε Σαντ: Ιουλιέτα (Εξάντας)

Τετάρτη, Φεβρουάριος 08, 2012

No 797

Κάποιος φίλος μου πληροφόρησε τον κο Ντολμανσέ για το υπέροχο μέλος με το οποίο, καθώς ξέρεις, είμαι εφοδιασμένος. Ο Ντολμανσέ τον έβαλε να καλέσει και τους δυο μας σε γεύμα. Μια που, ήμουν υποχρεωμένος να επιδείξω την εξάρτησή μου: στην αρχή μοναδικό μου κίνητρο φάνηκε να είναι η περιέργεια’ κι ωστόσο μου έστρεψε έναν υπέροχο πισινό, με παρακάλεσε να τον χαρώ, κι αποδείχτηκε ότι η επιθυμία και μόνο ήταν η αιτία αυτής της εξέτασης. Προειδοποίησα τον Ντολμανσέ για όλες τις δυσκολίες του εγχειρήματος’ τίποτε δεν τον απότρεψε. «Έχω δοκιμάσει κριό», είπε, «και δεν θα έχετε καν τη δόξα να είστε ο πιο φοβερός από τους άντρες που διέτρησαν τα οπίσθια που σαν προσφέρω!» Ο μαρκήσιος ήταν πρόθυμος βοηθός : χάιδευε, ψαχούλευε, φιλούσε όσα φέρναμε οι δυο μας στο φως. Παίρνω θέση… προτείνω λιπαντικά: «Προσέξτε!» λέει ο μαρκήσιος, «θα στερήσετε τον Ντολμανσέ τις μισές από τις αισθήσεις που περιμένει από σας’ θέλει να τον κόψετε στα δυο… θέλει να τον ξεσκίσετε». «Πολύ καλά», λέω και χώνομαι ακάθεκτος στο λάκκο, , «θα ικανοποιηθεί». Ίσως νομίσεις αγαπητή μου αδελφή, ότι κουράστηκα πολύ… καθόλου. Παρά τις επιφυλάξεις μου το τεράστιο πουλί μου εξαφανίστηκε, έφθασε στα σωθικά του κι ο κωλομπαράς δεν έδειξε να νιώθει τίποτα. Τον δούλεψα καλά’ η άκρα έκστασή του, τα σφιξίματα και τα τρέμουλα, οι θαυμαστές κραυγές του, μ’ έκαναν κι εμένα γρήγορα ευτυχισμένο και τον πλημμύρισα. Πριν αποσυρθώ σχεδόν, ο Ντολμανσέ, με ανάστατα μαλλιά και πρόσωπο κατακόκκινο σαν βάκχης: «Δες σε τι κατάσταση μ’ έβαλες, αγαπητέ μου φιλέ», λέει και μου παρουσιάζεται ένα ρέμπελο ντούρο πουλί, θεόμακρο και τουλάχιστο δεκαπέντε πόντους χοντρό, «δέξου, αγάπη μου, σ’ εξορκίζω, από εραστής μου να με υπηρετήσεις τώρα σαν γυναίκα, για να μπορώ να πω στην αγκαλιά ου απόλαυσα όλες τις χάρες του βίτσιου πάνω απ’ όλα». Δίχως περισσότερη δυσκολία απ’ ό,τι πριν, ετοιμάστηκα’ ο μαρκήσιος, κατεβάζοντας τα παντελόνια του μπροστά στα μάτια μου, με ικέτεψε να είμαι για λίγο ακόμα άντρας μαζί του ενώ θα ‘μουνα γυναίκα για το φίλο του’ τον δούλεψα όπως και τον Νολμανσέ, που μου ξεπλήρωνε στο εκατονταπλάσιο όλες τις χωσιές που έκανα στον τρίτο μας’ σύντομα ανάδωσε στα βάθη του πισινού μου το θείο αυτό πιοτό με το οποίο, την ίδια σχεδόν στιγμή, ράντισα τα οπίσθια του Β…

Μαρκήσιος ντε Σαντ: Η φιλοσοφία στο μπουντουάρ (Εξάντας)

Τετάρτη, Φεβρουάριος 01, 2012

No 796



- Εμπρός, λοιπόν, είπε ο αλιτήριος, άρχισε να με μαστιγώνεις και προπάντων μη με λυπάσαι καθόλου.
Ο νεαρός αρπάζει το δεμάτι με τις βίτσες και με ρωμαλέοχέρι αφήνει να πέσουν αμέσως πενήντα χτυπήματαπάνω στα κωλομέρια που του προσφέρονται• ο ελευθέριος, σημαδεμένος ήδη έντονα από τους μώλωπες που άφησαν πάνω του οι βίτσες, ρίχνεται στην αρσενικιά του μαστιγώτρια, τη γδύνει, επαληθεύει το φύλο της με το ένα χέρι και με το άλλο χουφτώνει άπληστα τα δυο κωλομέρια. Για μια στιγμή μένει μετέωρος, μην ξέροντας σε ποιο βωμό να προσφέρει πρώτα τις θυσίες του, αλλά τελικά τον κερδίζει ο κώλος, όπου και κολλάει με πάθος το στόμα του. Ω, τι διαφορά λατρείας που χαρίζει η φύση σε κείνο που λένε πως την προσβάλλει! Δίκαιε Θεέ, αν η προσβολή ήταν αληθινή, πώς θα μπορούσε η προσφορά να γίνεται με τόσο πάθος; Ποτέ κώλος γυναίκας δεν έχει φιληθεί με τη λατρεία που φιλήθηκε εκείνος του αγοριού: τρεις με τέσσερις φορές η γλώσσα του καθάρματος εξαφανίστηκε ολόκληρη μέσα στην κωλοτρυπίδα του. Τελικά ξαναπήρε την προηγούμενη στάση του.
- Ω, αγαπημένο μου παιδί, φώναξε, συνέχισε τη δουλειά σου!
Ο νεαρός αρχίζει πάλι να τον μαστιγώνει, αλλά καθώς ο γέρος έχει καρδαμώσει από την καύλα, υπομένει το δεύτερο γύρο με περισσότερη αντοχή. Ο κώλος του πλημμυρίζει αίμα' η ψωλή του σηκώνεται απ' το ξύλο κι εκείνος σπεύδει να τη βάλει στo χέρι του λατρευτού αντικειμένου της έξαψής του. Ενώ ο τελευταίος αυτός του την παίζει, ο άλλος θέλει να του ανταποδώσει την ίδια υπηρεσία' ανασηκώνει πάλι τη φούστα
του, αλλά αυτή τη φορά πηγαίνει κατευθείαν στην ψωλή: την αγγίζει, την παίζει, την κουνάει πέρα δώθε κι αμέσως τη χώνει στo στόμα του. Ύστερα από τα προκαταρκτικά αυτά χάδια, ετοιμάζεται για έναν τρίτο κύκλο μαστιγώματoς. Η τελευταία αυτή σκηνή τον κάνει κυριολεκτικά έξαλλο: ρίχνει τον Άδωνή του στo κρεβάτι, ξαπλώνει πάνω του, σφίγγει ταυτόχρονα την ψωλή του με του νεαρού, κολλάει το στόμα του στα χε(λια του ωραίου αυτού αγοριού και, έχοντας καταφέρει να το καυλώσει με τα χάδια του, το κάνει να νιώσει τη θεία ηδονή την ίδια στιγμή που την γεύεται κι ο ίδιος: χύνουν και οι δυο ταυτόχρονα. Ο ακόλαστος φιλαράκος μας, ενθουσιασμένος απ' ό, τι έγινε, προσπάθησε να παραμερίσει τις επιφυλάξεις μου και μου ζήτησε να του υποσχεθώ ότι θα του προμήθευα συχνά την ίδια ηδονή, είτε με κείνο το νεαρό αγόρι είτε με άλλα. Έκανα μια απόπειρα να τον μεταστρέψω από τη διαστροφή του, βεβαιώνοντάς τον ότι διέθετα χαριτωμένα κορίτσια που θα τον μαστίγωναν με την ίδια επιτυχία, αλλά εκείνος μου είπε πως δεν ήθελε ούτε να τα δει στα μάτια του.

- Τον πιστεύω, είπε ο επίσκοπος. Όταν κανείς έχει πειστεί ότι του αρέσουν οι άντρες, δεν μπορεί ν' αλλάξει' η διαφορά ανάμεσα σ' ένα αγόρι και σ' ένα κορίτσι είναι τόσο μεγάλη ώστε δεν θα 'χε νόημα ν' αποδείξουμε την κατωτερότητα του δεύτερου.
- Άρχοντά μου, είπε ο πρόεδρος, διατυπώνετε με δυο λόγια μια θέση που θ' απαιτούσε μια πραγματεία δύο ωρών.
- Και που θα κατέληγε πάντα στην επιβεβαίωση του δικού μου ισχυρισμού , απάντησε ο επίσκοπος, διότι δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ένα αγόρι αξίζει περισσότερο από ένα κορίτσι.

Marquis de Sade: Οι 120 μέρες των Σοδόμων (Εξάντας)

Παρασκευή, Ιανουάριος 27, 2012

No 795


Στο μάθημα αισθημάτων του Γιάννη Ρίτσου
Στο διάλειμμα ενός μαθήματος Λατινικών, το 1962, στον Πειραιά, πρωτοδιάβασα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου. Το τετράδιο, που τα είχαν αντιγράψει, ήταν ανοιχτό και η ανάγνωσή τους με άλλαξε. Οι λέξεις του σχημάτιζαν εικόνες. Οι εικόνες στοιχεία της φύσεως. Κίνηση. Αναπνοές. Ιδρώτας. Πέρασαν χρόνια και τον συνάντησα στο σπίτι του στον Αγιο Νικόλαο, στην Αχαρνών. Δίπλα στον ομώνυμο ηλεκτρικό σταθμό. Περάσαμε στο σαλόνι. Η φωνή του θερμή. Μιλούσε σαν να συνέθετε μουσική. Τα χέρια του όπως σε έργο του Γκρέκο. Μου πρόσφερε καφέ και νερό. Γλυκό του κουταλιού. Τον έβλεπα να με φροντίζει σαν μπάτλερ. Με τρόμαξε. Με κινήσεις αυστηρές. Όλοι οι ρυθμοί εντός του. Εδώ κάθομαι το βράδυ. Είπε. Ακούω Μπαχ στο πικ-απ. Και γράφω. Μέχρι αργά. Είδα τη σκηνή. Νύχτα. Η κουρτίνα να γέρνει. Η υγρασία να ανεβαίνει. Θα μπορούσατε να είσαστε ο Τένεσι Ουίλιαμς, της Μεσογείου, μ' όσα έχετε γράψει, του είπα. Δεν απάντησε. Ήταν ο Ρίτσος του Κόσμου. Τον ξαναείδα άλλη μια φορά. Είχαμε πάει με τον Τσαρούχη. Του έδωσε έναν πρόλογο για τις Τρωάδες του Ευριπίδη, που ανέβαζε - για το βιβλίο που προήλθε από την μετάφραση του ζωγράφου. Εφαίνοντο πόσο φίλοι ήσαν και αγαπιόνταν με λόγια και σιωπές. Κάτι μεγαλειώδες.
Τελευταία φορά τον είδα να βγαίνει από τον ηλεκτρικό, στο Μοναστηράκι -από τους ελάχιστους διανοούμενους στην Ελλάδα που κινούνταν με δημόσια μέσα- και πήγαινε στη Μητρόπολη όπου γινότανε μια διάσημη κηδεία, το όνομα του νεκρού ήταν τυπωμένο στον Τύπο της ημέρας. Έκανε κρύο. Φορούσε γούνα. Αναψε τσιγάρο βγαίνοντας και προχώρησε. Ο Βισκόντι -είπα- από την Μονεμβάσια - η πατρίδα του Ρίτσου. Κάθε φορά που διαβάζω ποιήματά του -δεν τον ένοιαζε που ήταν πολυγραφότατος- ξαναμπαίνω στο μάθημα των αισθημάτων. Άρρωστα ή υγιή έρχονται και με απαλύνουν. Μια σάλπιγγα ακούγεται, ένα παιδί ψηλά κοιτά πάνω από την Πύλη των Λεόντων, στην είσοδο του Κάστρου της Μονεμβάσιας, το σπίτι που γεννήθηκε ο ποιητής. Πιο κάτω, ο τάφος του, μες στη νύχτα φέγγει. Έχει πανσέληνο απόψε. Ο Ξένος, από την ομώνυμη συλλογή του, με υποδέχεται - προηγήθηκε ο Ρίτσος και ακολούθησε ο Παζολίνι με το Θεώρημά του, έχουν το ίδιο θέμα. Κάποιο ραδιόφωνο παίζει. Ένα παράθυρο ανοίγει. Ο Γιάννης Ρίτσος είναι εδώ. Πάντα μένει εδώ. Δεν έχει φύγει.

Γιώργος Χρονάς: Σάββατο (Οδός Πανός)

Παρασκευή, Ιανουάριος 20, 2012

No 794

Eddy Varekamp (Ολλανδία)

Αυτοί (οι φιλόσοφοι) ισχυρίζονται ότι ο έρωτας δεν έχει καμιά σχέση με ακολασίες και διαφωνούν σε αυτό το θέμα με τον Επίκουρο, ο οποίος, κατά τη γνώμη μου, δεν είχε και πολύ άδικο. Διότι τι εννοούν όταν λένε «έρωτας με αντικείμενο τη φιλία»; Πώς εξηγείται ότι κανείς δεν ερωτεύεται έναν άσχημο νεαρό ή έναν ωραίο γέρο; Προσωπικά, πιστεύω ότι αυτή η συνήθεια προέρχεται από τα γυμνάσια των Ελλήνων, όπου οι έρωτες αυτού του είδους ήταν ελεύθεροι και αποδεκτοί. Οπότε έχει δίκιο ο Έννιος:

Η αισχρότητα αρχίζει, από τη γύμνια, όταν το σώμα σου εκθέτεις
γυμνό μπροστά στους συμπολίτες σου.

Ακόμη και αν τηρούν τους κανόνες της ευπρέπειας, πράγμα που δεν αποκλείεται, και πάλι δεν μπορούν να αποφύγουν την αγωνία και τη στενοχώρια, πόσω μάλλον όταν είναι υποχρεωμένοι να συγκρατούν και να περιορίζουν τον ίδιο τους τον εαυτό. Αφήνω τον έρωτα των γυναικών, απέναντι στον οποίο η φύση έχει δείξει μεγαλύτερη ανοχή. Ποιος δεν καταλαβαίνει τι εννοούν οι ποιητές με τον μύθο της αρπαγής του Γανυμήδη; Ποιος έχει κάποια αμφιβολία ως προς το τι λέει και τι επιθυμεί ο Λάιος στον Ευριπίδη; Εξάλλου, τι φανερώνουν για τον ίδιο τους τον εαυτό άνθρωποι μορφωμένοι και σπουδαίοι ποιητές στους στίχους και τις ωδές τους; Ο Αλκαίος ήταν φημισμένος στην πατρίδα του για τη γενναιότητα του, και κοίτα τι γράφει για τον έρωτα των αγοριών! Περιττό να μιλήσω για τον Ανακρέοντα, ο οποίος έγραψε αποκλειστικά ερωτική ποίηση. Ο δε Ίβυκος από το Ρήγιο ήταν ο πιο φλογερός εραστής από όλους, σύμφωνα με όσα γράφει.
Αλλά οι έρωτες σε όλα αυτά τα παραδείγματα είναι ακόλαστοι. Άλλωστε εμείς οι φιλόσοφοι ήμαστε αυτοί που πήραμε την πρωτοβουλία (αρχής γενομένης από τον ίδιο τον Πλάτωνα, τον οποίο δικαίως επιτιμά ο Δικαίαρχος) να δώσουμε τόση εξουσία στον έρωτα. Και πράγματι, οι Στωικοί ισχυρίζονται ότι ο σοφός μπορεί να ερωτευθεί. Ορίζουν μάλιστα τον έρωτα ως «προσπάθεια εδραίωσης μιας φιλίας, η οποία εμπνέεται από την ιδέα του κάλλους». Αν υπάρχει πουθενά στον κόσμο τέτοιος έρωτας -χωρίς στενοχώριες, χωρίς πόθο, χωρίς έγνοιες, χωρίς αναστεναγμούς-, τότε έχει καλώς! Διότι αυτός ο έρωτας δεν έχει το στοιχείο της άκρατης επιθυμίας. Εδώ όμως μιλάμε για την επιθυμία.
[...]
Να λοιπόν πώς πρέπει να θεραπεύεις ένα άτομο που βρίσκεται σε αυτή την ελεεινή κατάσταση: Πρέπει να του διευκρινίσεις τη φύση αυτού που επιθυμεί, να του δείξεις πόσο ασήμαντο, ευτελές και τετριμμένο είναι, πόσο εύκολα θα μπορούσε να το βρει κάπου αλλού ή με κάποιον άλλο τρόπο, ή και να το βγάλει τελείως από το μυαλό του. Επίσης, θα μπορούσες να στρέψεις τη σκέψη του σε άλλα ενδιαφέροντα, έγνοιες, φροντίδες ή καθήκοντα, ή ακόμη και να τον θεραπεύσεις με μια αλλαγή τόπου, όπως κάνουμε με τους αρρώστους που αργούν να αναρρώσουν. Κάποιοι λένε, επίσης, ότι η καινούργια αγάπη διώχνει την παλιά, όπως ένα καινούργιο καρφί μπαίνει στη θέση του παλιού. Το πιο σημαντικό όμως είναι να τον προειδοποιήσεις σε τι παραλογισμούς μπορεί να τον οδηγήσει ο έρωτας. Από όλα τα αισθήματα που ταράζουν την ψυχή, ο έρωτας είναι το πιο βίαιο∙ ακόμη και αν δεν θέλεις να καταδικάσεις τις ακρότητες του -τις ακόλαστες σχέσεις, τις αποπλανήσεις, τις μοιχείες, έως και τις αιμομιξίες, όλες πράξεις αισχρές και αξιοκατάκριτες-, ακόμη, λοιπόν, κι αν τα εξαιρέσεις αυτά, και πάλι, αυτός καθαυτόν ο έρωτας ως ψυχική διαταραχή είναι κάτι το φρικτό. Έστω ότι παραβλέπουμε τις εκδηλώσεις της μανίας του∙ πόσο άστατος είναι ακόμη κι όταν υποτίθεται ότι δεν υπερβαίνει το μέτρο!

Βρισιές και ζήλιες, τσακωμοί κι ανακωχές·
τη μία πόλεμος, την άλλη ειρήνη.
Θες με τη λογική να κάνεις βέβαιο το αβέβαιο;
Χαμένος κόπος· μην ψάχνεις να βρεις λογική στην τρέλα.

Ποιος δεν θα τρόμαζε από τη διαστροφή που κρύβουν όλα αυτά τα καπρίτσια και οι επιπολαιότητες; Τέλος, θα πρέπει να επαναλάβουμε αυτό που λέμε για όλες τις ψυχικές διαταραχές, ότι είναι θέμα αντίληψης, κρίσης και επιλογής. Αν ο έρωτας ήταν κάτι το φυσικό, τότε θα ήμαστε όλοι συνεχώς ερωτευμένοι, και μάλιστα με τον ίδιο άνθρωπο, ενώ αυτό που συμβαίνει στην πράξη είναι άλλος να μην μπορεί να ερωτευθεί επειδή ντρέπεται, άλλος επειδή σκέφτεται πολύ, κι άλλος επειδή νιώθει χορτασμένος.

Κικέρων: Για τον πόνο και τα πάθη (Ωκεανίδα)

Τετάρτη, Ιανουάριος 18, 2012

No 793



Και άλλα τοιαύτα κατάλληλα εις την περίστασιν και αστεία εκρυφομιλούσαν' φανερά όμως δεν ετόλμα κανείς να είπη τίποτε' διότι εφοβούντο τον Αλκιδάμαντα ως κακήν γλώσσαν και υλακτικώτερον όλων των σκύλων' διά τούτο θεωρείται και ο καλλίτερος των Κυνικών φιλοσόφων και τον τρέμουν όλοι. Ο Αρισταίνετος του είπεν ότι καλά έκαμε, και τον εκάλεσε να πάρη μίαν καθέκλαν και να καθήση πλησίον του Ιστιαίου και του Διονυσοδώρου. Αλλ' αυτός απήντησεν ότι είνε γυναικώδες και μαλθακόν να κάθεται κανείς εις καθέκλαν ή σκαμνί, «όπως σεις που είσθε σχεδόν ανάσκελα ξαπλωμένοι πάνω σ' αυτά τα μαλακά κρεββάτια και εις πορφύραν και τρώγετε' εγώ και όρθιος μπορώ να δειπνήσω και να περπατώ συγχρόνως' και αν κουρασθώ θα στρώσω χάμω τον μανδύαν μου και θα ξαπλωθώ, ακουμβώντας εις τον αγκώνα μου, όπως ζωγραφίζουν τον Ηρακλή». «Κάμε όπως σου είνε πλέον ευχάριστον» είπεν ο Αρισταίνετος. Από της στιγμής εκείνης ο Αλκιδάμας περιεφέρετο και εδείπνα, όπως οι Σκύθαι, μετατοπιζόμενος προς τα αφθονώτερα τρόφιμα και ακολουθών τους περιφέροντας τα φαγητά. Αλλά και ενώ έτρωγε δεν έπαυε να ομιλή περί αρετής και κακίας και να κατακρίνη τον χρυσόν και τον άργυρον. Και ηρώτα τον Αρτσταίνετον τι τα ήθελε τα τόσα πολύτιμα ποτήρια, ενώ τα χωματένια θα έκαναν την ίδια δουλειά. Αλλ' ο Αρισταίνετος διά να παύση την φλυαρίαν του ένευσεν εις ένα υπηρέτην να του γεμίση με άκρατον και του προσφέρη ένα μεγάλο ποτήρι' εφάνη δε προς στιγμήν ότι η ιδέα του ήτο καλή και ότι θα έφερεν αποτέλεσμα, αλλά δεν εφαντάζετο πόσων κακών θα εγίνετο αρχή το ποτήρι εκείνο. Όταν έλαβε το ποτήρι ο Αλκιδάμας εσιώπησεν επί πολύ' έπειτα επλάγιασε κατά γης και στηριζόμενος εις τον αγκώνα του έμεινεν εις την θέσιν εκείνην, ημίγυμνος και κρατών το ποτήρι όπως οι ζωγράφοι παριστούν τον Ηρακλήν φιλοξενούμενον υπό του Φόλου.
Τώρα δε το ποτήρι είχεν αρχίση να κυκλοφορή και μεταξύ των άλλων συμποτών και προπόσεις εγίνοντο, αι ομιλίαι εζωήρευσαν και φώτα έφεραν οι υπηρέται, διότι είχεν αρχίση να νυκτώνη. Εν τω μεταξύ εγώ παρετήρησα ότι ο νεαρός οινοχόος, ο οποίος εστέκετο πλησίον εις τον Κλεόδημον εχαμογέλα από καιρού εις καιρόν — (πρέπει, μου φαίνεται, να αναφέρω και τα μικρά επεισόδια του γεύματος και μάλιστα εκείνα τα οποία έχουν κάποιο αστείον ενδιαφέρον) — και επρόσεχα ν' ανακαλύψω την αιτίαν των μειδιαμάτων του.
Μετ' ολίγον επλησίασε διά να πάρη το ποτήρι του Κλεοδήμου, και ο Κλεόδημος του έσφιγξε το δάχτυλον και συγχρόνως με το ποτήρι τού έδωκε δυο δραχμάς, νομίζω. Το παιδί εμειδίασεν εκ νέου διά το σφίξιμον του δακτύλου, δεν αντελήφθη όμως, φαίνεται, και το νόμισμα και, επειδή δεν το εκράτησε, έπεσε και έκαμε θόρυβον, εκοκκίνησαν δε και οι δύο κατά τρόπον ο οποίος τους επρόδιδε. Οι πλησίον ευρισκόμενοι ηρώτησαν τίνος ήτο το νόμισμα' αλλά το μεν παιδί ηρνήθη ότι του έπεσε νόμισμα, ηρνήθη δε και ο Κλεόδημος, πλησίον του οποίου εκτύπησε. Το πράγμα δεν έκαμεν εντύπωσιν και επέρασεν απαρατήρητον και μόνον ο Αρισταίνετος, ως ενόησα, το παρετήρησε' διότι μετ' ολίγον μετετόπισε το παιδί, διατάξας αυτό κρυφίως να εξέλθη, αντ' αυτού δε διέταξε με νεύμα έναν οινοχόον εκ των ενηλίκων και δυνατών, ο οποίος εφαίνετο ως ημιονηγός ή ιπποκόμος, να υπηρετή τον Κλεόδημον. Το επεισόδιον ετελείωσε τοιουτοτρόπως' θα εγίνετο δε αίτιον μεγάλης καταισχύνης εις τον Κλεόδημον εάν εγίνετο γνωστόν μεταξύ όλων των συμποτών και δεν επρολάμβανεν ο Αρισταίνετος με πολλήν δεξιότητα να δώση τέλος εις την παρεκτροπήν.

Λουκιανού: Συμπόσιον ή Λαπίθαι
σε Λουκιανού: Άπαντα, τόμος vi (εκδ. Φέξη)

Τετάρτη, Ιανουάριος 11, 2012

No 792

Tom Jones

«Γαμώτο, πόσο έχυνες εκείνη την εποχή, πιστεύω πως δεν χύνεις πια έτσι, σήμερα».
Χαχάνισε, έκανε σαν νεαρός γερομαλάκας, σαν ξεμωραμένος μαλάκας. Είχε, όμως, αρκετή επίγνωση ώστε δεν σου άφηνε περιθώριο να τον κρίνεις. Λιγάκι ίσως. Φευγαλέα.
«Αυτό που ήταν χαρούμενο, δεν ήταν μόνο η μουσική, η house nation, η ντίσκο πρωτύτερα ή το γαμήσι. Ήταν η φιλία, η φιλοσοφία, τα ρούχα, τα τριχωτά σώματα, η τροφή, τα χρώματα. Γαμώτο, όλα ήταν χαρούμενα . και επιπλέον, το λέγαμε φανερά, αυτό ήταν πολιτική. Είχαμε παρατήσει τα κόμματα, τον Τρότσκι, τις συζητήσεις και τους “εργάτες”. Ήταν σέξι, το πιάνεις; Γαμούσαμε, κι αυτό ήταν πολιτική. Φιλούσες έναν άντρα, έκανες την Οκτωβριανή σου Επανάσταση. Ήταν προσωπικό, ιδιωτικό – καθώς ήμασταν πούστηδες, το ιδιωτικό γινόταν δημόσιο. Ακόμα, δεν ήταν ανάγκη να σκυλοβαριόμαστε κάνοντας διαδηλώσεις, να συζητάμε για στρατηγικές όπως στα συνδικάτα. Χωνόμασταν κάπου, αγαπιόμασταν, μάλιστα, ήταν πιο πολιτικό από μια συνέλευση. Φυσικά, αυτό θα κατέληγε σε οικονομικό φιλελευθερισμό, όλα ιδιωτικοποιήθηκαν, εξατομικεύτηκαν. Αλλά εκείνη την εποχή… Γαμώτο, ακούγομαι σαν παλαίμαχος».
Χαμογέλασε.

Tristan Garcia: Η καλύτερη πλευρά των ανθρώπων (Πόλις)

Τετάρτη, Ιανουάριος 04, 2012

No 791

Michael Dumas

«Τη μια στιγμή με χτυπούσε φωνάζοντας, ξέρεις, καθίκι, τέτοια πράγματα. Και την άλλη το ‘βαλε στα πόδια. Τον άκουσα να φεύγει, αλλά παραήμουν τρομαγμένος για να κοιτάξω. Έμεινα έτσι για πολλή ώρα. Έπειτα σηκώθηκα, και τότε ήταν που έπεσα πάνω σας».
«Δεν σου πήρε το πορτοφόλι, δεν σου ζήτησε χρήματα, τίποτα τέτοιο;»
Ο Φάρελ κούνησε το κεφάλι του, ανήμπορος να κοιτάξει τον Ρέζνικ για παραπάνω από μερικά δευτερόλεπτα κάθε φορά, και στριφογύρισε νευρικά στην καρέκλα του.
Ο Ρέζνικ έγειρε ελαφρά προς το μέρος του, και ο Φάρελ τραβήχτηκε πίσω «Μήπως θέλεις ένα μαξιλάρι;» είπε ο Ρέζνικ. «Δείχνεις να κάθεσαι άβολα».
«Όχι, όχι, όχι, εντάξει είμαι. Πραγματικά, πρέπει να … η γυναίκα μου θα έχει ανησυχήσει, ξέρετε…» Τώρα καθόταν ο μισός μόνο στην καρέκλα, και το σημείο όπου βρισκόταν πριν ήταν λεκιασμένο με αίμα.
Χωρίς να τον αφήσει από τα μάτια του, ο Ρέζνικ έκανε νόημα στη Χάνα, που στεκόταν σο διάδρομο ανάμεσα στα δυο δωμάτια. «Κάλεσε ασθενοφόρο», της είπε. «Και μετά την αστυνομία. Πες τους να ειδοποιήσουν τον Γκράχαμ Μίλινγκτον, να του πουν να βρει τη Μόριν Μάντεν και να μου τηλεφωνήσουν εδώ. Πες τους ότι πρόκειται για επίθεση και πιθανό βιασμό».
Μέσα στη σιγή του σπιτιού, τα μάτια της Χάνας γούρλωσαν από το σοκ.

John Harvey: Εύκολη λεία (Πόλις)

Τετάρτη, Δεκέμβριος 28, 2011

No 790

Ανδρέας Κάραγιαν (Κύπρος)

Μια ποδηλασία ένα ανοιξιάτικο πρωινό
Κάθε Κυριακή, είτε το ήθελα είτε όχι, έπρεπε να εκκλησιαστώ. Μου άρεσε η λειτουργία στα λατινικά, συχνά όμως βαριόμουν και αφηνόμουν στους ήχους του αρμονίου ταξιδεύοντας στις διάφορες τοιχογραφίες της οροφής με τα αγγελάκια να επιδεικνύουν αναίσχυντα τους χαριτωμένους ποπούς τους ή στα γλυπτά των ροδομάγουλων αγίων τα οποία στόλιζαν τις κόγχες της ψηλοτάβανης εκκλησίας.
Μια τέτοια Κυριακή, όπως ήμουν χαμένος σε ονειροπολήσεις, το μάτι μου διασταυρώθηκε με ένα γαλάζιο έντονο βλέμμα' ντράπηκα και κοίταξα αλλού. Βγαίνοντας, αφού πήρα αγίασμα, είδα το νεαρό να στέκεται στο προαύλιο. Ένα χαμόγελο φώτισε το ανοιχτόχρωμο πρόσωπό του. Ήταν μεγαλύτερος και ψηλότερος από εμένα, θα ήταν καμιά εικοσιπενταριά χρονών και φορούσε στρατιωτική στολή. Η καθολική εκκλησία ήταν γεμάτη ένστολους νέους. Αυτό με έκανε να νιώθω οικεία με τους Άγγλους, πώς να τους δω σαν «κατακτητές» όταν οι περισσότεροι ήταν σχεδόν στην ηλικία μου; Ο Τζο ήταν αξιωματικός από τη Σκωτία. Ήμασταν και οι δύο με τα ποδήλατα και μου πρότεινε μια βόλτα. Είχα ακόμη αρκετή ώρα ώσπου να επιστρέψω το μεσημέρι για το οικογενειακό κυριακάτικο γεύμα. Πήραμε το δρόμο προς το Κιόνελλι, περνώντας ανάμεσα από μακριές σειρές από κυπαρίσσια. Ο Τζο άφηνε το τιμόνι και έπιανε το δικό μου για να τον ακολουθήσω, ακουμπώντας με απαλά στο χέρι. Βρισκόμασταν κάποια απογεύματα όταν δεν είχε δουλειά και ποδηλατούσαμε σε ερημικά μέρη. Ήταν η μυστική συμφωνία μας, το μυστικό μας. Στο σπίτι έλεγα ότι έβγαινα με τους συμμαθητές μου. Μιλούσαμε για χίλια πράγματα, για τη ζωή του, για το πόσο άχαρο ήταν να βρίσκεται αυτόν τον καιρό στην Κύπρο, όπου σε κάθε γωνιά καιροφυλακτούσε ο θάνατος' οι δρόμοι της Λευκωσίας είχαν γεμίσει αίματα και δολοφονίες. Έβλεπα τον εαυτό μου σαν προστάτη του άγγελο, τον σταύρωνα και έλεγα αυτά που άκουγα από τη μάνα μου, «Ιησούς Χριστός νικά και όλα τα κακά σκορπά» να τον προφυλάξω από κάθε κίνδυνο ! Η «μυστική» αυτή σχέση με έναν «εχθρό» συνέχισε αρκετό καιρό, μου θύμιζε την ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας που διάβαζα για τις εξετάσεις μου στα αγγλικά. Αφηνόμασταν στη γοητεία της χωρίς να την αναλύουμε. Όταν μου ανακοίνωσε ότι θα επέστρεφε στην πατρίδα του μου ζήτησε, για πρώτη φορά, να ανέβω στο γραφείο του που ήταν άδειο. Τον αγκάλιασα και έγειρα το πρόσωπο στον ώμο του. Όπως με χάιδευε, βρεθήκαμε και οι δυο χωρίς τα πουκάμισα, με τα στήθη μας να αγγίζουν σφιχτά το ένα το άλλο. «Andreas» μου είπε, «you are so young and innocent. Let's stop here». Υoung ήμουν, αλλά innocent αμφιβάλλω. Χιλιάδες ερωτικές εικόνες έπαιζαν σαν κινηματογραφική ταινία στο μυαλό μου, παιδεύοντάς με και αιχμαλωτίζοντάς με σε ανεκπλήρωτες καταστάσεις' εξάλλου έτσι ανοιγόταν για μένα ο δρόμος προς την κόλαση. Με τον Τζo αφέθηκα, είχε όμως τη σύνεση να σταματήσει. Έφυγε για τη Σκωτία. Έξι μήνες πονούσε το στομάχι μου, έχανα βάρος και η μάνα μου με πήγαινε στο γιατρό, αλλά εκείνος δεν μπορούσε να διαγνώσει τίποτα το οργανικό. «Εφηβεία» της έλεγε για να την καθησυχάσει.

Ανδρέας Κάραγιαν: Ανήθικες ιστορίες (Γαβριηλίδης)

Τετάρτη, Δεκέμβριος 21, 2011

No 789

Robert Bliss

Δυο σκιές κρυμμένες πίσω από τα πυκνά φυλλώματα σάλεψαν και μ’ έκαναν να σκιρτήσω. Ζωντανές σκιές, που έρχονταν να ταράξουν τον ύπνο των πεθαμένων. Προσπάθησα να ξεφύγω κι ακολούθησα το πρώτο μονοπάτι που βρήκα εμπρός μου. Όμως ήταν αργά. Οι δυο σκιές ήταν εκεί κι έφραζαν το πέρασμά μου. Με κοιτούσαν ακίνητες. Πάνω τους αντί για απειλή υπήρχε μια αμηχανία.
«Ψάχνεις κανέναν;» με ρώτησε ο Δίδυμος. Ήταν ο ένας απ’ τους δύο.
Ο άλλος, δεν μπορούσα να το πιστέψω, ήταν ο Λουίτζι. Παρ’ όλο το σκοτάδι ένιωσα πως είχε γίνει κατακόκκινος. Προχώρησα ένα βήμα και προσπάθησε να μου πιάσει το χέρι. Εγώ τραβήχτηκα.
«Μένης, θα σου εξηγήσω», μου είπε χαμηλόφωνα.
Δεν είχα ανάγκη από καμιά εξήγηση.
«Μη φεύγεις, Μένης», μου είπε ικετευτικά. «Προχώρησε λίγο και περίμενέ με. Θα γυρίσω μαζί σου».
Μα την ίδια στιγμή έριχνε απελπισμένες ματιές προς το μέρος του Δίδυμου.
«Δεν υπάρχει ανάγκη να σε περιμένει», άκουσα τη σκληρή, μεταλλική φωνή του Βέλγου. «Εγώ φεύγω. Εσείς συνεχίστε», και πρόσθεσε ειρωνικά: «Αυτό που εμείς αρχίσαμε».

Μένης Κουμανταρέας: Οι αλεπούδες του Γκόσπορτ (Κέδρος)

Τετάρτη, Δεκέμβριος 14, 2011

No 788


Οι Βυζαντινοί, παλαιάν, κακήν συνεχίζοντες συνήθειαν, την των παιδικών, δεν ήσαν απηλλαγμένοι του πάθους της παιδεραστίας και ανδρομανίας, το οποίον υπελάμβανον ως δαιμόνιον, και δη το αισχρότατον των δαιμονίων. Τούτο κατά συγγραφέα των μέσων του Ε’ μ.Χ. αιώνος, Νείλον τον ασκητήν: «εισέφερε τη ψυχή παίδας ευειδείς φαντασιούσθαι παρακαλούντας τον νουν και προτρέποντας πράξαι την αμαρτίαν».
Κατά τους Βυζαντινούς, τα είδη της αρσενοκοιτίας ήσαν τρία’ το πρώτον, το και ελαφρότερον, ήτο «το παρ’ άλλων παθείν», το δεύτερον, το βαρύτερον του πρώτου, «το ποιήσαι εις έτερον», και το πάντων βαρύτερον «το παθείν παρ’ ετέρου και ποιήσαι εις έτερον».
Δεον να σημειωθεή, ότι όσον πλησιάζομεν προς τον αρχαίον κόσμον, τόσον το πάθος είναι ευρύτερον διαδεδομένον. Κατά τον Α’ μ.Χ. αιώνα, Δίων ο Χρυσόστομος, ομιλών, λέγει ότι ούτοι εμαίνοντο περί τους έρωτας των αρρένων, παραμείναντος παρ’ αυτοίς του πάθους εκ της μητροπόλεως, ο αυτός δε συγγραφεύς, εν τω Ευβοϊκώ του, ομιλεί περί πορνοβοσκών συγκεντρούντων εν Ευβοία εις ρυπαρά οικήματα αιχμάλωτα σώματα γυναικών και παίδων.
Μετά ταύτα, μνείαν κιναίδων ή, ως έλεγον, των νοσούντων την θηλείαν ή γυναικείαν νόσον, ποιείται ο Λουκιανός αναφέρων την τότε δημώδη παροιμίαν: «θάττον αν πέντε ελέφαντας υπό μάλης κρύψει τις ή ένα κίναιδον» και βεβαιών ότι η συνάντησιςπρωί κιναίδου εθεωρείτο κακός οιωνός.
Ο αυτός συγγραφεύς, ψέγων τους ανδροβάτας, προσθέτει: «το δε άρρεν ουδενί τρόπω χαρίζεται θηλείαν απόλαυσιν».

Φαίδων Κουκουλές: Βυζαντινών Βίος και Πολιστισμός (Παπαζήσης)

Πέμπτη, Δεκέμβριος 08, 2011

Νο 787



Οι ερωτικές σχέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα αρσενικού φύλου δεν ήσαν ηθικά αδιάφορες για τους Ρωμαίους, γι’ αυτό και οι σχετικές πράξεις με τέτοιας μορφής σχέσεις διώκονταν σύμφωνα με την έκτακτη διαδικασία και συνεπάγονταν ορισμένες ανικανότητες στον τομέα του δημόσιου βίου. Εντατικότερη έγινε όμως η δίωξη γύρω στα μέσα του 4ου αιώνα, όταν με νόμο του αυτοκράτορα Κωνσταντίου προβλέφθηκε η ποινή της θανατώσεως με ξίφος. Σε αυτήν την απότομη σκλήρυνση της έννομης τάξης δεν είναι ίσως αμέτοχη και η Εκκλησία. Η διάταξη αυτή διατήρησε την ισχύ της επί πολλούς αιώνες, τουλάχιστον τυπικώς, γιατί στην πράξη, κατά τις μαρτυρίες των ιστορικών, οι ένοχοι παιδεραστίας δεν θανατώνονταν πάντοτε. Συχνά τους επιβαλλόταν η ποινή της «καυλοτομής», της αποκοπής δηλαδή του πέους, πιθανότατα κάτω από την επίδραση μιας ιδέας ειδικής προλήψεως. [...]
Είναι επίσης ενδιαφέρον να παρατηρηθεί ότι οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις ανάμεσα σε γυναίκες δεν θεωρήθηκαν από τον πολιτειακό νομοθέτη ως ποινικώς αξιόλογες, έτσι ώστε δεν βρίσκουμε διατάξεις αφιερωμένες στην πρόβλεψη αυτών των πράξεων.

Σ. Τρωιάνος: Έρως και Νόμος στο Βυζάντιο
στο Σ. Τρωιάνος (επιμ.): Έγκλημα και τιμωρία στο Βυζάντιο (Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν)

Τετάρτη, Δεκέμβριος 07, 2011

Νο 786



Αλλά και κάποιος Βασιανός, ένας νεαρός αριστοκράτης από την παράταξη των Πρασίνων, είχε κινήσει την οργή της Θεοδώρας επειδή την κακολογούσε παντού. Γι’ αυτό και ο Βασιανός (επειδή η οργή της είχε φθάσει στα αφτιά του) κατέφυγε στον ναό του Αρχαγγέλου. Εκείνη ανέθεσε την εναντίον του δίωξη στον αξιωματούχο που ήταν αρμόδιος για τον δήμο χωρίς να του παραγγείλει τίποτα σχετικό με το ζήτημα της κακολογίας, αλλά φορτώνοντας στο νέο την κατηγορία της παιδεραστίας. Ο αξιωματούχος απέσπασε τον νέο από το ιερό και τον υπέβαλε σε κάποια αφόρητα βασανιστήρια. Όλος ο κόσμος, βλέποντας να βασανίζεται έτσι ένας άνθρωπος αριστοκράτης, μεγαλωμένος ανέκαθεν μέσα στην πολυτέλεια, δεν άντεχε πια να τον βλέπει να υποφέρει και ύψωσε θρηνώντας τη φωνή του ζητώντας χάρη για τον νεαρό. Αυτή όμως, αφού τον τιμώρησε ακόμα σκληρότερα, και του έκοψε τα γεννητικά όργανα, τον θανάτωσε χωρίς δίκη και έδωσε την περιουσία του στο κράτος.

Προκόπιος: Ανέκδοτα ή Απόκρυφη Ιστορία (Άγρα)

Τετάρτη, Νοέμβριος 30, 2011

No 785



Αργότερα (ο Μέλισσος) έγινε και αυτός πατέρας ενός παιδιού, του Ακταίωα, που ήταν ο πιο όμορφος και ο πιο έξυπνος από τους συνομηλίκους του, που τον διεκδικούσα πολλοί ως εραστές του, μα περισσότερο ο Αρχίας, που καταγόταν από τη γενιά τω Ηρακλειδών και ήταν ο ισχυρότερος από τους Κορινθίους στον πλούτο και στην άλλη δύναμη. Επειδή δεν μπορούσε να κερδίσει το νέο με την πειθώ, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει βία και να τον απαγάγει. Πήγε λοιπόν μεθυσμένος στο σπίτι του Μέλισσου με πλήθος φίλων του και δούλων και επιχείρησε να απαγάγει το νεαρό παιδί. Και ενώ προσπαθούσε να τον συγκρατήσει ο πατέρας του και οι φίλοι του, και καθώς έτρεξαν για βοήθεια και οι γείτονες και τον τραβούσαν, πάνω στη διαμάχη ο νέος πέθανε’ αυτοί ύστερα αποχώρησαν. Και ο Μέλισσος μετέφερε το νεκρό γιο του στη αγορά των Κορινθίων και κοινολογούσε το έγκλημα, ζητώντας την παραδειγματική τιμωρία των δραστών’ κι αυτοί δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να λυπούνται απλά τον άνδρα.

Πλούταρχος: Ερωτικές διηγήσεις (Ζήτρος)

Τετάρτη, Νοέμβριος 23, 2011

Νο 784



Ο περιπατητικός Ιερώνυμος λέει ότι η παιδεραστία ήταν πολυζήτητη, επειδή πολλές φορές η ρωμαλεότητα των νέων και η ομοθυμία τής μεταξύ τους αγάπης γκρέμισε πολλές τυραννίδες. Διότι όταν οι ερωμένοι είναι μπροστά, ο εραστής θα προτιμούσε να πάθει οτιδήποτε, παρά να σχηματιστεί γι' αυτόν η εντύπωση δειλίας στα μάτια των ερωμένων του. Οπωσδήποτε έμπρακτη απόδειξη για τούτο είναι ο ιερός λόχος που οργανωθηκε στη Θήβα από τον Επαμεινώνδα, και η θανάτωση των Πεισιστρατιδών από τον Αρμόδιο και από τον Αριστογείτονα, και στον Ακράγαντα της Σικελίας ο έρωτας του Χαρίτωνα και του Μελάνιππου. Ο Μελάνιππος ήταν ερωμένος του Χαρίτωνα, όπως λέει ο Ηρακλείδης από τον Πόντο στο έργo του Περί ερωτικών. Αυτοί, όταν φάνηκαν ότι επιβουλεύονται το Φάλαρη, αν και βασανίζονταν και πιέζονταν να καταδώσουν τους συνεργούς τους, άχι μόνο δεν τους κατέδωσαν, αλλά και τον ίδιο τον Φάλαρη τον οδήγησαν σε ευσπλαχνία για τα βασανιστήριά τους, ώστε να τους επαινέσει πολύ και να τους αφήσει ελεύθερους. Γι' αυτό και ο Απόλλωνας, ευχαριστημένος για την ενέργειά του αυτή, χάρισε στο Φάλαρη αναβολή του θανάτου του φανερώνοντας αυτό σ' εκείνους που ρωτούσαν την Πυθία πώς να επιτεθούν εναντίον του' χρησμοδότησε και σε όσους ήταν γύρω από το Χαρίτωνα βάζοντας τον πεντάμετρο στίχο πριν από τον εξάμετρο, όπως έκανε αργότερα ο Διονύσιος από την Αθήνα, αυτός που αποκλήθηκε Χάλκινος, στις Ελεγείες του. Ο χρησμός είναι ο ακόλουθος:

Ευτυχισμένοι υπήρξαν ο Xαρίτωνας και ο Μελάνιππος,
oδηγoί για τους θνητούς της θεϊκής αγάπης.

Αθήναιος: Άπαντα 13. Δειπνοσοφιστών ΙΓ’ (Κάκτος)

Τετάρτη, Νοέμβριος 16, 2011

No 783



Απόλλων και Λευκάτας
Ο Λευκάτας ήταν ένας όμορφος νέος, ο οποίος προκειμένου ν’ αποφύγει το ερωτικό πάθος του Απόλλωνα ρίχτηκε στη θάλασσα, από το νοτιοδυτικότερο ακρωτήριο της νήσου Λευκάδας, το οποίο από τότε πήρε και το όνομάτου. Εις ανάμνηση δε της αυτοκτονίας του και προς εξιλέωση του θεού, οι Λευκάδιοι έχτισαν στο ακρωτήρι ναό, προς τιμήν του Απόλλωνα-Λευκάτα και κάθε χρόνο έριχναν από εκεί έναν κατάδικο, στον οποίο κρεμούσαν φτερά και όρνια.

Απόλλων και Κυπάρισσος […]
Απόλλων και Υάκινθος […]

Απόλλων και Ιππόλυτος της Σικυώνος
Εραστής του Απόλλωνα υπήρξε και ένας από τους βασιλείς της Σικυώνας, ο Ιππόλυτος, γιος του Ροπάλου και εγγονός του Φαιστού. Ο Ιππόλυτος, ο οποίος απολάμβανε της δελφικής προσφώνησης «πιστή κεφαλή», κάθε φορά που επισκεπτόταν τους Δελφούς, απόλαυσε και αυτός, όπως όλοι οι νέοι του Άργος, τον έρωτα της Αιγιαλείας, συζύγου του Διομήδη, τον τιμωρούσε με αυτό τον τρόπο η Αφροδίτη, γιατί την είχε πληγώσει σε μία από τις μάχες του Τρωικού πολέμου.

Σοφία Ν. Σφυρόερα: Η μυθολογία των Ελλήνων (ελληνικά γράμματα)

Τετάρτη, Νοέμβριος 09, 2011

No 782



«Γιατί είσαι πούστης, ρε; Γιατί σου αρέσει να γαμιέσαι; Άει στο διάολο, γέμισε ο τόπος από σας. Μια Λέρος σας χρειάζεται».
Δεν πρόλαβε να μιλήσει. Και τι να απαντήσει σε μια τέτοια ερώτηση; Αστράκια είδαν τα μάτια του απ’ τη δυνατή σφαλιάρα του διοικητή. Δεκαέξι χρονών ήταν. Ανήλικο.
«Πού είναι η μάνα σου, ρε;», ρώτησε ουρλιάζονταςο κύριος Γεωργακόπουλος, διοικητής σε κάποιο τμήμα μεταξύ Ακαδημίας Πλάτωνος και Θησείου. Κάποια χρόνια αργότερα σαν μανιακός κυνηγούσε τις τραβεστί από τη λεωφόρο Συγγρού, ως αρχηγός της Αστυνομίας. Ποιος ξέρει τι κουβαλούσε κι αυτός μέσα του. Απίστευτη μανία, όμως. Κάθε βράδυ. Επί μήνες ολόκληρους. Αν μπορούσε, θα τις αφάνιζε.
«Να την πάρετε τηλέφωνο να έρθει», είπε αυτό με λυγμούς από τον πόνο, τον θυμό και την ντροπή. Ποιος είδε την κυρά Βάσω και δεν τη φοβήθηκε. Το ένα κι εξήντα. Με μια απίστευτη δύναμη, στον αέρα πήδησε να τον χτυπήσει.
«Με ποιο δικαίωμα βαράς το παιδί μου, ρε;», του φώναζε, βράζοντας από θυμό. Το πήρε κι έφυγε απειλώντας θεούς και δαίμονες. Στα σκαλιά του σπιτιού του κάθονταν και το μάζεψαν για εξακρίβωση στοιχείων. Μετά το είδε κουνιστό και λυγιστό ο διοικητής και είπε να περάσει διασκεδαστικά τη βραδιά του. Να σπάσει η ρουτίνα της βάρδιας. Παιδιά θα έχει σίγουρα. Και εγγόνια, πια. Κύκλος είναι η ζωή.
Και τώρα κάποιος άλλος αστυνομικός, την τραβούσε απ’ τα μαλλιά και την κατέβαζε, σέρνοντάς την απ’ τη σκάλα, στον από κάτω όροφο. Επειδή είχε απορία, γιατί ήταν πούστης. Την έβριζε πολύ άσχημα κι αυτή τόλμησε να τον φτύσει. Πολύ χάρηκε που έριξε τη ροχάλα στη μούρη του βλάχου. Κι ας το πλήρωσε κουτρουβαλώντας τη σκάλα, γεμάτη μώλωπες σε όλο της το σώμα, το άλλο πρωί. Στα κελιά την πήγαινε. Εκεί που είχαν και τις άλλες. Είχαν πιάσει πολλές εκείνο το βράδυ. Με κλούβες. «Επιχείρηση Αρετή» το ονόμαζαν. Ακόμα και σήμερα έτσι το λένε. Τρομάρα τους. Είχε τη γεύση απ’ το αίμα στα χείλη της, απ’ τα χαστούκια. Μα, συγγνώμη δεν του είπε. Δεν είχε και την κυρά Βάσω να τη σώσει. Είχε φύγει απ’ το σπίτι πια. Έμενε μόνη της. Δεν γινόταν κι αλλιώς.
Σε ένα τεράστιο κελί ήταν όλες, μαζεμένες. Στην παλιά Ασφάλεια, στη Μεσογείων, τουλάχιστον τριάντα με σαράντα άτομα μέσα. Οι πιο πολλές απ’ τη Συγγρού. Γριές, νέες, αντρικές, θηλυκές, άσχημες κι όμορφες, αχταρμάς. Ένα τσαμπί από αμαρτία. Αφού είχε φύγει ο θυμός μετά από κάνα δύο ώρες κι αφού όλες το είχαν πάρει απόφαση πως εκεί μέσα θα περάσουν τη νύχτα τους για πολλοστή φορά, χαλάρωσανοι πιο πολλές. Οι τσακωμοί άναβαν σε κλάσμα του δευτερολέπτου και σε λίγα λεπτά γελούσαν όλες μαζί με τα καμώματά τους. Και οι αστυνομικοί έξω απ’ τα κάγκελα, το ίδιο έκαναν. Όχι με τα αστεία τους. Με τις φιγούρες τους γελούσαν. Τουλάχιστον οι περισσότεροι.

Άννα Κουρουπού: Γιατί δεν έχω σαν το δικό σου, μαμά; (Ποταμός)

Τετάρτη, Νοέμβριος 02, 2011

No 781

Ricky Sencion (ΗΠΑ)

Στην αρχή κουβαλούσα τα ψώνια στα χέρια και μετά μια μέρα περάσαμε
μπροστά απ’
το μαγαζί με τα είδη οικιακής χρήσης κάτι σαν παζάρι ας πούμε και είπα Να τι
θα σου χρειαζόταν για να κάνεις τα ψώνια αν κι αυτό που εννοούσα ήταν προφανώς Να τι θα χρειαζόμουν εγώ.
Με φαντάζεσαι εμένα μ’ αυτό; Είπε.
Βάζω το χέρι στο χερούλι της πόρτας [Όλα] εντάξει [;] φεύγουμε;
Είσαι έτοιμος;
Λέει Εμπάς περιπτώσει.
Λέει Έτσι βγαίνεις εσύ στον δρόμο; Έτσι [θα βγεις] στη γειτονιά;
Κατηφορίζουμε την οδό Ντρουάτ και αυτός πάντα βαδίζει χώρια κοιτάει τις βιτρίνες
δήθεν
ξαφνικά τον ενδιέφεραν. Σκέφτομαι θα μπορούσα να τον πιάσω αγκαζέ να τον πάρω
με το έτσι θέλω
αγκαζέ είναι κάτι που συνηθίζεται δεν είναι τίποτα κακό μια οικογένεια είμαστε
στο κάτω κάτω αλλ’ αυτός κρατιέται χώρια οπότε συνεχίζουμε
έτσι βαδίζουμε
αργά
μέχρι το Σούπερμάρκετ σε απόσταση. Σκέφτομαι είμαι κόρη του
εμπάς περιπτώσει.
Πότε πότε διασταυρωνόμαστε με ανθρώπους γνωστούς μάς ξέρουν στη γειτονιά αυτόν προπαντός
[που έζησε] πάντα εδώ όχι μόνο όπως εγώ πιτσιρίκι παλιά πριν από πολύν καιρό και μετά έτοτε μια μέρα τη βδομάδα την Τρίτη κάθε Τρίτη καθυστερεί όταν τους
βλέπει από μακριά μεγαλώνει κι άλλο την απόσταση δεν είμαστε μαζί κι εγώ
τον περιμένω πιο πέρα
ενόσω χαιρετάει και κουβεντιάζει γυρίζοντάς μου εντελώς την πλάτη…

Εμμανουέλ Νταρλέ: Την Τρίτη στο σούπερ-μάρκετ (Αιγόκερως)

Τετάρτη, Οκτώβριος 26, 2011

No 779



Ο αρρενωπός άνδρας ενσαρκώνει τη δράση. Αυτή όμως η δράση δεν είναι στην πραγματικότητα παρά μια αντίδραση ενάντια στην παθητικότητα και την αδυναμία του νεογέννητου. Η μονοπώληση της δράσης από τους άνδρες δεν προέρχεται από κοινωνική ανάγκη. Η υιοθέτηση των κανόνων της αρρενωπότητας απαιτεί μια επιπλέον απώθηση των παθητικών πόθων, και ειδικά του πόθου της μητρικής φροντίδας. Η αρρενωπότητα, που κατασκευάζεται υποσυνείδητα κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής, ενισχύεται με το πέρασμα του χρόνου, ώσπου να ξεσπάσει κυριολεκτικά κατά την εφηβεία. Είναι η στιγμή όπου ο πόνος και ο φόβος της εκθήλυνσης και της παθητικότητας αρχίζουν να γίνονται πρόδηλοι (…) Ο φόβος της παθητικότητας και της εκθήλυνσης ενισχύεται ακόμη περισσότερο, εφόσον αυτές οι δύο καταστάσεις είναι από τις πλέον ισχυρές και πλέον απωθημένες επιθυμίες του ανθρώπου. Ο αδιάκοπος αγώνας δεν αποβαίνει ποτέ οριστικά νικηφόρος, γιατί πώς να απαρνηθεί κανείς μια για πάντα την ακαθόριστη ανάμνηση της Εδέμ;

Elisabeth Badinter: XY, η ανδρική ταυτότητα (Κάτοπτρο)

Τετάρτη, Οκτώβριος 19, 2011

No 777



Μια μέρα, σ’ ένα ορεινό χωριό, χαρούμενοι για μια σοδειά καλύτερη από τις συνηθισμένες, ετοίμασαν τραπέζι για να το γιορτάσουν. Έβγαλαν από το νου τους μια προφητεία ψεύτικη και ζήτησαν από ένα χωρικό το πιο παχύ κριάρι τους για να το θυσιάσουν τάχα προς τιμήν της πεινασμένης Σύριας Θεάς. Έστρωσαν το δείπνο όμορφα κι ωραία και ύστερα πήγαν στα λουτρά, απ’ όπου γύρισαν μ’ έναν καλεσμένο για το τραπέζι, ένα γεροδεμένο χωριάτη, με προικισμένους τους μηρούς και τα’ αχαμνά.
Δεν είχαν δοκιμάσει παρά μόνο μερικά σαλατικά για ορεκτικά πριν απ’ το κύριο γεύμα κι ευθύς εκείνα τα άθλια, κατάπτυστα υποκείμενα ριχτήκανε με πάθος σε πράξεις αισχρές κι αφύσικες. Έβαλαν τον νεαρό χωριάτη να γδυθεί και να ξαπλώσει ανάσκελα και μαζευτήκανε γύρω του για να του δώσουνε τα’ ανόσια φιλιά τους.
Τα μάτια μου δεν μπορούσαν να βαστάξουν για πολύ ένα τέτοιο θέαμα. Προσπάθησα να φωνάξω, «Ω, βοήθεια, Ρωμαίοι πολίτες!», αλλά το μόνο που κατάφερα να πω ήταν το «Ω…», χωρίς να βγαίνουν άλλες συλλαβές και γράμματα.
Αυτή η φωνή ήταν δυνατή σαν γνήσια γαϊδουρινή, μα βγήκε σε πολύ κακή στιγμή. Κάποιοι νεαροί από το γειτονικό χωριό, που το βράδυ τούς είχαν κλέψει το γάιδαρο, έψαχναν προσεκτικά όλα τα γύρω πανδοχεία. Σαν μ’ άκουσαν που γκάριζα μέσα στο σπίτι, νόμιζαν πως βρήκαν επιτέλους το χαμένο τους γαϊδούρι. Όρμησαν μέσα ξαφνικά και πιάσαν τους αφέντες μου στα πράσα, να κάνουνε όλες εκείνες τις αισχρότητες. Αμέσως βγήκαν να φωνάξουν τους γειτόνους, να δουν την αηδιαστική αυτή σκηνή, σαρκάζοντας τους ιερείς για την αγνότητά τους.

Απουλήιος: Ο χρυσός γάιδαρος (Bell)

Τετάρτη, Οκτώβριος 12, 2011

No 776



Θα σας πηδήξω και θα σας τον δώσω για τσιμπούκι,
Αυρήλιε θηλυκέ και Φούριε κίναιδε.
Τι το νομίσατε, πως είμαι απ’ τ’ άλλο φύλο,
μια που παθιάρικα στιχάκια γράφω;
Ο ιεροφάντης ποιητής πρέπει αγνός να στέκει,
μα οι στίχοι του δεν έχουν τέτοια ανάγκη∙
και τότε μόνο έχουνε σπιρτάδα και κομψότη,
παθιάρικοι και τσουχτεροί σαν είναι
κι όταν μπορούν πόθους να ξεσηκώνουν –
δε λέω στα παιδιά αλλά σ’ αυτούς τους μαλλιαρούς
που ντούρο πια μαρκούτσι δε δουλεύουν.
Εσείς, μια και διαβάσατε για τις πολλές
χιλιάδες των φιλιών μου, με έχετε γι’ αντράκι;
Θα σας πηδήξω και θα σας τον δώσω για τσιμπούκι.

Κάτουλλος. Ο νεωτερικός ποιητής της Ρώμης (University Studio Press)
Μετάφραση: Λεωνίδας Τρομάρας

Πέμπτη, Οκτώβριος 06, 2011

Νο 775

Miguel Ángel Eugui (Ισπανία)


ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΤΙ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

Υπάρχει κάτι στην αγάπη που ανήκει
σ’αυτόν τον κόσμο. Στις άπειρες
στιγμές που όλα
αποκτούν σημασία από τότε που ήρθες,
σε όλα αυτά που ξαφνικά μου προσφέρονται σαν δώρα
σα λιβάδι που πατάμε,
σα βεράντα που εξέχει, ή σαν προστατευτικός τοίχος,
στη ζεστασιά των ημερών
στην απλή ρουτίνα να σ’ έχω
πλάι μου, το νιώθω.

Αλλά κάτι στην αγάπη δεν ανήκει σ’ αυτόν τον κόσμο.
Κάτι που δεν είναι αφηρημένο.
Το νιώθω στη θέρμη
της σάρκας σου, κάθε φορά που ο ύπνος
μας βρίσκει μαζί, κάθε πρωί
που περιμένω το πρώτο σου φιλί,
όταν στα τυφλά βρίσκειες ξανά
τη θέση σου μεσ’ στην αγκαλιά μου.
Τότε διαφαίνεται αυτό που
θα ‘χουμε κάποτε.
Όμως για ν’ αποφασίσω
πρέπει να ‘ναι μια ηλιόλουστη μέρα.
Δεν το εκλογικεύω. Είναι κάτι
πρωτόγνωρο.

Juan Antonio González Iglesias / Ισπανία

Δέκα Σύγχρονοι Ισπανοί Ποιητές (Λαγουδέρα)
Μετάφραση: Νίνα Αγγελίδου

Κυριακή, Οκτώβριος 02, 2011

No 780

Raphael Perez (Ισραήλ)

Μύθος: Σε σχέση με τα παιδιά που ανατρέφονται από ετεροφυλόφιλους γονείς, εκείνα που ανατρέφονται από ομοφυλόφιλους γονείς είναι περισσόετερο πιθανό να υποφέρουν από κατάθλιψη, άγχος και άλλα ψυχολογικά προβλήματα.
Πραγματικότητα: Τα απιδιά που ανατρέφονται από ομοφυλόφιλους γονείς είναι τόσο υγιή ψυχικά όσο και τα παιδιά που ανατρέφονται από ετεροφυλόφιλους γονείς. Προφανώς, οι ομοφυλόφιλοι γονείς ξέρουν πώς να προστατέψουν τα παιδιά τους από την ομοφυλοφοβία που τους περιτριγυρίζει. Αυτό ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι, σε σχέση με τους ετεροφυλόφιλους γονείς είναι γενικά μεγαλύτεροι σε ηλικία και έχουν καλύτερη μόρφωση και ως εκ τούτου διαθέτουν καλύτερες δεξιότητες και αφιερώνουν περισσότερο χρόνο για τη φροντίδα των παιδιών τους.
Μύθος: Τα παιδιά που μεγαλώνουν σε ένα σπίτι με ομοφυλόφιλους γονείς είναι περισσότερο πιθανό να γίνουν και τα ίδια ομοφυλόφιλα.
Πραγματικότητα: Τα παιδιά που μεγαλώνουν πλάι σε ομοφυλόφιλους γονείς δεν είναι περισσότερο πιθανό να γίνουν και τα ίδια ομοφυλόφιλα και να αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως ομοφυλόφιλο.

Alex Thio: Παρεκκλίνουσα συμπεριφορά (Ίων)